Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 丱 καντζί που μοιάζει με σαγουάρο, κερατόμορφοι κότσοι μαλλιών, νέος, τρυφερός
- 丶 κουκκίδα, ριζικό τικ ή κουκκίδας (το 3ο)
- 丿 ριζικό της κατακάνα (αριθ. 4)
- 乂 κουρεύω, κουρεύω γρασίδι, υποτάσσω
- 乖 αντιτίθεμαι, απειθώ
- 乘 δύναμη, πολλαπλασιασμός, καταγραφή, μετρητής οχημάτων
- 亂 πόλεμος, αταξία, διαταραχή, ταραχή, εξέγερση, αναστατώνω, διαταράσσω
- 亅 φτερωτό ραβδί, ριζικό άγκιστρο (αριθ. 6)
- 豫 χαλαρός, άνετος, ήρεμος
- 亊 υπόθεση, ζήτημα, δουλειά, υπηρετώ, ατύχημα, περιστατικό
- 舒 τεντώνω, απλώνω, χαλαρώνω, λύνω, ανοίγω, χαλαρώνω, ξεκουράζομαι, αναφέρω, μνημονεύω
- 弍 δύο
- 于 πηγαίνω, από
- 亞 κατατάσσω, ακολουθώ
- 亟 γρήγορος, γρήγορος, αιφνίδιος, ξαφνικός
- 亠 ριζικό «καπάκι βραστήρα» (αρ. 8)
- 亢 ευθυμία
- 亰 πρωτεύουσα
- 亳 αρχαία κινεζική πρωτεύουσα
- 亶 αληθινά, πραγματικά, ολικά, εντελώς, πλήρως, εγκάρδιος, φιλικός
- 从 δύο άνθρωποι
- 仍 επομένως, άρα, συνεπώς, κατά συνέπεια
- 仄 φαίνομαι αμυδρά, υποδηλώνω, υπαινίσσομαι, υπαινίσσομαι, αμυδρός, αχνός, ανόητος, χαζός, υπαινιγμός
- 仆 πέφτω, ξαπλώνω, σκύβω
- 仂 πλεόνασμα, περίσσεια, υπόλοιπο
- 仗 μπαστούνι, ραβδί
- 仞 οργιά
- 仭 οργιά
- 仟 χίλια
- 价 κάντζι που αποτελείται από άνθρωπο και όστρακο