Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 僊 ερημίτης
- 傳 καλώ, διαδίδω, αναπαράγω, μεταδίδω, διαβιβάζω
- 僂 σκύβω
- 僖 απόλαυση, ευχαρίστηση
- 僞 ψέμα, ψευτιά, αναλήθεια, εξαπατώ, προσποιούμαι
- 僥 τύχη, ζητώ, επιθυμία
- 僭 σφετερίζομαι αλαζονικά
- 僣 σφετερίζομαι με αλαζονεία
- 僮 παιδί, υπηρέτης, ανοησία
- 價 τιμή, αξία
- 僵 πέφτω, καταρρέω
- 儉 οικονομία, οικονομικός
- 儁 αριστεία, ταλαντούχος άνθρωπος
- 儂 εγώ, μου, αυτός, του, εμένα (χρησιμοποιείται από ηλικιωμένους)
- 儖 άσχημος
- 儕 σύντροφος
- 儔 σύντροφος, παρόμοιο είδος
- 儚 εφήμερος, άστατος
- 儡 ήττα
- 儺 εξορκισμός
- 儷 σύντροφος
- 儼 σοβαρός, άθικτος, σοβαρά, επιβλητικά
- 儻 διαπρέπω, υπερέχω, υπερβαίνω, ξεπερνώ, αν, εάν, ίσως, πιθανόν
- 儿 ριζικό των ποδιών (αρ. 10)
- 兀 ψηλός και επίπεδος, υψηλός, μεγαλοπρεπής, άδενδρος, γυμνός, επικίνδυνος
- 兒 παιδί, νεογνό ζώου
- 兌 ανταλλαγή
- 兔 κουνέλι, λαγός
- 兢 διακριτικός, προσεκτικός
- 竸 διαγωνισμός, αγώνας, αγώνας