Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 臧 καλός, δωροδοκία, υπηρέτης
- 臺 εξέδρα, πλατφόρμα, βάση, λέξη μέτρησης για οχήματα
- 臻 φτάνω, φτάνω, μαζεύω
- 臾 λίγη ώρα, παρότρυνση
- 舁 σηκώνω, φέρω
- 舂 κοπανίζω, βυθίζομαι, δύω
- 舅 πεθερός
- 與 συμμετέχω, δίνω, απονέμω, βραβεύω, μεταδίδω, παρέχω, προκαλώ
- 舊 παλιά πράγματα, παλιός φίλος, παλιοί καιροί, πρώην, πρώην
- 舍 πανδοχείο, καλύβα, σπίτι, έπαυλη
- 舐 γλείφω, καταπίνω, ρουφάω, καίω, καίγομαι, γεύομαι, δοκιμάζω, υφίσταμαι, υποτιμώ, περιφρονώ, καταφρονώ
- 舖 κατάστημα, μαγαζί, κατάστημα, μαγαζί
- 舫 δένω, ελλιμενίζω
- 舸 μεγάλο πλοίο
- 舳 πλώρη, πλώρη
- 艀 σαμπάνι, μαούνα, φορτηγίδα, μαούνα, φορτηγίδα
- 艙 αμπάρι (πλοίου)
- 艘 μετρητική λέξη για μικρά σκάφη
- 艝 έλκηθρο, έλκηθρο, (κόκουτζι)
- 艚 σκάφος
- 艟 πολεμικό πλοίο
- 艤 ελλιμενίζω
- 艢 πλώρη, πρύμνη
- 艨 πολεμικό πλοίο
- 艪 κουπί, πύργος
- 艫 πρύμνη (πλοίου)
- 舮 πλώρη πλοίου
- 艱 δύσκολος, επίπονος, δοκιμαστικός, λυπάμαι, στενοχωριέμαι, κηδεία γονέα, πένθος, θρήνος, επικίνδυνος
- 艷 λάμψη, λούστρο, γυάλισμα, γοητεία, ζωηρόχρωμος, σαγηνευτικός
- 艸 χόρτο, φυτά, ριζικό του χόρτου (αριθ. 140)