Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 赱 περπατάω, πηγαίνω με τα πόδια, τρέχω, φεύγω
- 趁 πηγαίνω, ακολουθώ
- 跂 στέκομαι στις μύτες των ποδιών
- 趾 ίχνος, αποτύπωμα ποδιού, απομεινάρια, κατάλοιπα
- 趺 πόδι, κάλυκας, στάση λωτού
- 跏 κάθομαι σε θέση λωτού
- 跚 παραπατώ, τρεκλίζω, σκοντάφτω
- 跖 πέλμα
- 跌 σκοντάφτω
- 跛 κουτσός, χωλότητα, μονό παπούτσι
- 跋 επίλογος, υστερόγραφο
- 跪 γονατίζω
- 跫 ήχος βημάτων
- 跟 φτέρνα
- 跣 ξυπόλυτος
- 跼 σκύβω, υποκλίνομαι, σκύβω, καμπουριάζω, σκύβω, σκύβω χαμηλά, οκλάζω
- 踈 αμελής, αμελής, απρόσεκτος, χαλαρός, αμελής
- 踉 παραπατώ, κλονίζομαι
- 跿 ξυπόλυτος
- 踝 αστράγαλος
- 踞 σκύβω, συστέλλομαι, κουλουριάζομαι
- 踐 πατώ, ποδοπατώ, καταπατώ, εφαρμόζω, εξασκώ, πραγματοποιώ, φέρνω σε πέρας
- 踟 διστάζω
- 蹂 πατάω
- 踵 φτέρνα
- 踰 υπερβαίνω
- 踴 πηδάω, χορεύω, αναπηδάω, χοροπηδάω
- 蹊 μονοπάτι
- 蹇 ανάπηρος
- 蹉 σκοντάφτω