Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 甡 άφθονος, πολυάριθμος, πλήθος
- 甤 πεσμένα φύλλα, κρεμαστά φύλλα, μαλακό κρόσσι, λεπτός, ευαίσθητος
- 甩 πετάω, απορρίπτω
- 甯 ειρηνικός
- 甽 κανάλι αποστράγγισης μεταξύ αγρών, άρδευση
- 甾 χωράφι μονοετούς καλλιέργειας, κακό, συμφορά
- 甿 αγροτικός πληθυσμός
- 畀 δίνω
- 畇 γη
- 畎 αυλάκι ανάμεσα σε χωράφια, άρδευση
- 畐 γεμίζω, ρολό υφάσματος
- 畒 κινεζικό μέτρο γης, αγρός
- 畟 άροτρο
- 畯 αγροτικός, άξεστος
- 畱 κρατώ, παρακρατώ, φιλοξενώ, διασκεδάζω, κρατώ, διατηρώ, αποταμιεύω, φυλάω στην άκρη
- 畺 όριο, σύνορο
- 畽 έδαφος
- 畾 χωράφια χωρισμένα με αναχώματα
- 疐 πέφτω, σκοντάφτω, παραπατώ, διστάζω, ταλαντεύομαι, κλονίζομαι, εμποδισμένος, παρακωλυμένος
- 疒 αρρώστια, ριζικό αρρώστιας (αριθμός 104)
- 疕 πληγές στο κεφάλι
- 疙 σπυράκι, πληγή, δοθιήνας, μυρμηγκιά, φλύκταινα
- 疢 πόνος στα άκρα, μυϊκός πόνος
- 疤 ουλή, ουλή, σημάδι εκ γενετής
- 疴 ασθένεια, αρρώστια, νόσος, πόνος
- 疿 ιδρώταμη, εξάνθημα
- 痀 σκύβω, καμπούρης
- 痁 χρόνια ελονοσία
- 痄 φυματώδη οιδήματα και πληγές
- 痌 πονάω, πονάω, επώδυνος