Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 稂 χόρτο, ζιζάνιο
- 稇 δένω, ως δεμάτια σταχυών
- 稉 κοινό ρύζι
- 稊 ήρα, ζιζάνια
- 稌 κολλώδες ρύζι
- 稑 ρύζι
- 稛 δένω
- 稞 σιτηρό έτοιμο για άλεση, δημητριακό έτοιμο για άλεση, σιτηρό, δημητριακό
- 稭 καλάμι σιτηρών, ρύζι, καλαμπόκι, κάνναβη
- 稺 βρεφική ηλικία
- 穄 κοινό κεχρί
- 穅 άχυρο, φλούδα (δημητριακών), πίτουρο, φλούδες σιτηρών, (από το οποίο προέρχεται: φτωχός, αμελής)
- 穇 γρασίδι Ντεκάν, μουχρίτσα
- 穈 κεχρί
- 穌 αναβιώνω, ανασταίνομαι, συλλέγω
- 穜 ρύζι
- 穟 στάχυ, ώριμος σπόρος, ώριμο σιτηρό
- 穠 πυκνός, πλούσιος, καταπράσινος, σε συστάδες
- 穧 δεμάτι
- 穪 επαινώ
- 穭 άγριο δημητριακό
- 穵 βαθύ κοίλωμα, σκαλίζω, ανασκάπτω
- 穸 ζοφερότητα του τάφου, τάφος, μνήμα, θάνατος
- 窀 θάβω
- 窅 μακριά, βαθύς, κοίλα μάτια, λυπημένος
- 窆 θάβω
- 窊 λάκκος, θολωτή στέγη, θόλος, θησαυροφυλάκιο, αποθηκεύω σε λάκκο
- 窑 κάμινος, ανθρακωρυχείο
- 窔 γωνία
- 窞 λάκκος