Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 纚 μακρύς, κρεμαστός, μαντήλι, σχοινί
- 缻 κεραμική, πηλοκεραμική
- 缽 πήλινη λεκάνη, μπωλ για ελεημοσύνη
- 缾 βάζο, μπουκάλι
- 罃 μακρύλαιμη κανάτα ή μπουκάλι
- 罄 εξαντλώ, μου τελειώνει, χρησιμοποιώ όλο, αδειάζω
- 罇 κύπελλο, μπουκάλι, στάμνα κρασιού
- 罏 πήλινη βάση για κρασοκανάτα
- 罒 παραλλαγή ριζικού δικτύου (αριθ. 122)
- 罓 παραλλαγή ριζικού 'δίχτυ' (αρ. 122)
- 罛 μεγάλο αλιευτικό δίχτυ
- 罝 δίχτυ για κουνέλια
- 罡 όνομα κάποιων αστέρων, θεός που λέγεται ότι κατοικεί σε αυτούς
- 罣 εμποδίζω, ενοχλώ, διαταράσσω, φράζω, εμποδίζω
- 罥 εμποδίζω
- 罦 δίχτυ
- 罭 συρόμενο δίχτυ με λεπτό πλέγμα
- 罱 ψαρόδιχτο
- 罽 είδος μάλλινου υφάσματος
- 罾 μεγάλο τετράγωνο δίχτυ, που κατεβάζεται και ανεβαίνει από την όχθη του ποταμού
- 罿 δίχτυ για πουλιά
- 羀 αλιευτική παγίδα
- 羋 βέλασμα προβάτου, επώνυμο
- 羐 οδηγώ, καθοδηγώ
- 羑 οδηγός καλοσύνης
- 羖 μαύρος κριός
- 羗 φυλές στην Δυτική Κίνα δυνατές, μορφωμένος, πεισματάρης, επίμονος, μόριο, σωματίδιο
- 羜 αρνί
- 羡 ζηλεύω, θαυμάζω, επαινώ, ποθώ, λιγουρεύομαι
- 羢 εκλεκτά μάλλινα υφάσματα