Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 羭 καλός
- 羴 έντονη, δυσάρεστη οσμή προβάτων ή κατσικιών
- 羼 μπερδεύω, ανακατεύω, παρεμβάλλω
- 羿 θρυλικός τοξότης
- 翀 πετάω προς τα πάνω
- 翃 πετάω
- 翎 φτερό, λοφίο, πούπουλο, πτέρυγα
- 翏 ήχος ανέμου, πετάω ψηλά
- 翛 όψη ανακατεμένων φτερών, ατημέλητος, βιαστικός, γρήγορη πτήση
- 翟 επώνυμο, είδος φασιανού
- 翣 φτερά που χρησιμοποιούνται για τη διακόσμηση φέρετρου, μεγάλη ξύλινη βεντάλια
- 翥 πετάω ψηλά, ανεβαίνω πετώντας
- 翬 φασιανός, πολύχρωμος, ποικιλόχρωμος, διάστικτος, πετάω, πετώ
- 翮 κοτσάνι φτερού, κοντύλι (πέννα από φτερό)
- 翯 λαμπερό φτέρωμα, αντανάκλαση του ήλιου στο νερό
- 翺 πετάω ψηλά, περιπλανιέμαι
- 翽 βουίζω
- 翾 πετάω, πεταρίζω
- 翿 κορδέλα στολισμένη με φτερά
- 耇 ζαρωμένο πρόσωπο των ηλικιωμένων
- 耈 γηρατειά
- 耍 παίζω, παίζω, διασκεδάζω, παίζω με
- 耎 αδύναμος, εύκαμπτος, εύπλαστος, μαλακός, ενδοτικός, υποχωρητικός
- 耏 μουστάκια
- 耑 ειδικευμένος, συγκεντρωμένος
- 耔 σκαλίζω το χώμα γύρω από τα φυτά
- 耞 δέλπα
- 耠 προς, σε, εσένα
- 耤 οργώνω
- 耦 οργώνω πλάι πλάι, ζεύγος