Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 臽 λάκκος, τρύπα
- 臿 λιχνίζω
- 舀 αντλώ, κουταλίζω
- 舃 παπούτσι, σόλα παπουτσιού, καρακάξα
- 舓 γλείφω, γλείφω, ρουφάω, καίω, αποτεφρώνω, γεύομαι, δοκιμάζω, υφίσταμαι, περνάω, υποτιμώ, περιφρονώ, σιχαίνομαι
- 舔 γλείφω, γεύομαι
- 舚 βγάζω τη γλώσσα
- 舝 κοπίλια
- 舡 βάρκα, πλοίο
- 舢 σαμπάνι
- 舨 σαμπάνι
- 舲 μικρό σκάφος με παράθυρα, πλωτό σπίτι
- 舺 τοπωνύμιο στην Ταϊβάν, Ταϊπέι
- 艄 πρύμνη πλοίου
- 艅 ταχυδρομικό σκάφος
- 艋 μικρό σκάφος
- 艎 ταχύπλοο σκάφος
- 艑 βάρκα
- 艖 σχεδία, βάρκα, πλοιάριο
- 艜 μακρύ στενό σκάφος με δύο κατάρτια
- 艣 κουπί πρύμνης, πηδαλιούχο κουπί
- 艭 πλοίο
- 艴 η όψη αλλάζει
- 芃 πλούσια βλάστηση
- 芊 οργιώδες και ζωηρό φύλλωμα
- 芎 είδος βοτάνου
- 芑 λευκό κεχρί
- 芔 γενικός όρος για τα φυτά
- 芚 πράσινο βλαστάρι, ανόητος
- 芡 φυτό συγγενές με το νούφαρο