Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 薉 βρώμικος, λερωμένος, ακάθαρτος, βρώμικος, ανήθικος, άσεμνος, βωμολόχος
- 薌 ευωδιά δημητριακών, αρωματικός
- 薏 σπόρος του δάκρυ της Παναγίας, σπόρος λωτού
- 薓 τζίνσενγκ
- 薘 ψυλλόχορτο
- 薟 αναρριχητικό φυτό
- 薢 αναρριχώμενο ξυλώδες φυτό
- 薧 αποξηραμένη τροφή
- 薶 θάβω, φράζω, βουλώνω, βρώμικος, λερωμένος, βρομερός, ακάθαρτος
- 薸 φακόφυτο, λεμνοφύκι
- 薾 πλούσια βλάστηση λουλουδιών
- 薿 λουλούδι
- 藇 καλός
- 藊 είδος φασολιού με πλατείς λοβούς
- 藎 είδος ζιζανίου, πίστη, αφοσίωση
- 藘 ριζάρι
- 藚 υδρόβιο φυτό
- 藟 αναρριχώμενο φυτό, έρπων φυτό, τυλίγομαι
- 藦 βρώσιμα μανιτάρια
- 藶 είδος φυτού
- 藿 αγαστάχη, βιτόνικα
- 蘀 πέφτοντα φύλλα και φλούδες
- 蘄 ποικιλία αρτεμισίας
- 蘅 αρωματικό φυτό του οποίου η ρίζα είναι φαρμακευτική
- 蘑 είδος βρώσιμου μανιταριού
- 蘒 χρησιμοποιείται στο "meiboku sendaihagi"
- 蘘 είδος αγριοπιπερόριζας
- 蘞 άγρια κληματαριά, άμπελος πεντάφυλλη
- 蘧 φυτό που μοιάζει με σιτάρι αλλά δεν έχει εδώδιμο καρπό
- 蘸 βουτάω, ξαναπαντρεύομαι