Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 螌 ριγωτός, δηλητηριώδης μύγα
- 螓 μικρός τζίτζικας με τετράγωνο κεφάλι
- 螕 τσιμπούρι, ακάρι
- 螗 είδος τζιτζικιού
- 螘 μυρμήγκι
- 螙 σκουλήκια που τρώνε το ξύλο, σκουλήκια σε βιβλία, ρούχα κ.λπ., μεταφορικά, διεφθαρμένοι αξιωματούχοι
- 螞 μυρμήγκι, βδέλλα
- 螣 μυθολογικός άπτερος δράκος
- 螬 κάμπιες σε φρούτα
- 螭 δράκος στον οποίο δεν έχουν αναπτυχθεί κέρατα, σκληρός
- 螮 ουράνιο τόξο
- 螵 χρυσαλλίδα
- 螾 γεωσκώληκας
- 螿 είδος τζίτζικα
- 蟁 κουνούπι, σκνίπα
- 蟈 μικρός πράσινος βάτραχος, τζιτζίκι
- 蟊 μύγα που χρησιμοποιείται όπως οι κανθαρίδες
- 蟕 είδος χελώνας που βρίσκεται κοντά στις εκβολές του Κίτρινου Ποταμού
- 蟖 κάμπια σκόρου, ακρίδα
- 蟜 έντομο
- 蟢 μονώνω, σφραγίζω, αράχνη
- 蟣 αυγά ψείρας, κόνιδες
- 蟪 είδος τζιτζικιού
- 蟫 το έντομο, κοινώς γνωστό ως ασημόψαρο, που καταστρέφει βιβλία, ρούχα, κ.λπ.
- 蟭 εντομάκι
- 蟳 είδος καβουριού
- 蟺 γεωσκώληκας
- 蟿 κινεζική ακρίδα
- 蠁 προνύμφες, προνύμφες, κάμπιες (για έντομα)
- 蠃 μοναχική σφήκα