Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 襏 αδιάβροχο
- 襚 ταφική ενδυμασία
- 襛 πολυτελή ρούχα
- 襜 κυματίζω, κούνημα ή δόνηση
- 襡 κοντό παλτό
- 襢 γδύνω, ξεγυμνώνω, ξεγυμνωμένος, γυμνός
- 襫 αδιάβροχο
- 襮 κολάρο, εκθέτω
- 襵 πιέτα σε φούστα
- 襻 θηλιά, βρόχος, ζώνη, ιμάντας, ταινία
- 襼 μανίκι κιμονό
- 覐 ύπνος, συνειδητοποιώ, νιώθω
- 覔 αναζητώ, φροντίζω
- 覜 αποστολή
- 覥 ντροπιασμένος
- 覰 κατασκοπεύω, καραδοκώ
- 覵 κλέβω ματιές, κρυφοκοιτάζω, κατασκοπεύω
- 覶 κοιτάζω τριγύρω, τάξη, διάταξη, σειρά, ακολουθία, περίπλοκη σκέψη που δεν εκφράζεται εύκολα
- 覷 κρυφοκοιτάζω, παρακολουθώ, κατασκοπεύω
- 覼 εξηγώ λεπτομερώς
- 觔 κάντι (μονάδα βάρους)
- 觕 αδρός, χονδροειδής, τραχύς, ανώμαλος, αγενής, αγροίκος
- 觖 λαχταρώ, επιθυμώ διακαώς, ανικανοποίητος, δυσαρεστημένος, επικρίνω, κριτικάρω
- 觥 ποτήρι από κέρατο, πεισματάρης
- 觩 ισχυρός
- 觫 ξεκινάω, τρέμω από φόβο
- 觭 το ένα να στρέφεται πάνω και το άλλο κάτω
- 觱 ταρταρικό κέρας, ψυχρός άνεμος
- 觳 αρχαίο μέτρο, κύπελλο, κούπα, μικροπρεπής, ταπεινός, φοβισμένος, τρομαγμένος
- 觶 ποτήρι κρασιού από κέρατο