Ευρετήριο
217.768 λέξεις
- 拳銃 πιστόλι, περίστροφο
- ピアノ πιάνο (μουσικό όργανο), πιάνο, σιγανό (μουσικός όρος)
- 部員 μέλος, προσωπικό (ομίλου, συλλόγου, κ.λπ.)
- 握り締める σφίγγω (κάτι)
- 蹴り κλωτσιά
- 病室 θάλαμος ασθενών, δωμάτιο νοσοκομείου
- 包帯 επίδεσμος, επίδεση
- 従者 συνοδός, υπηρέτης, ακόλουθος
- 事にする αποφασίζω να, προσποιούμαι ότι, συνηθίζω να, καθιερώνω ως κανόνα να
- 見張り φύλαξη, φρουρά, σκοπός, επιτήρηση, φύλακας, φρουρός
- 乳首 θηλή, μαστικός πόρος
- むむ χμ, χμ χμ (ελαφρύ γέλιο με κλειστό στόμα), μάλιστα, μμ, χμ, λοιπόν
- 銃声 ήχος πυροβολισμού, κρότος όπλου
- ちん οικείος (ή υποτιμητικός) επιθετικός προσδιορισμός που χρησιμοποιείται μετά από όνομα προσώπου (ή τη βάση επιθέτου που περιγράφει το πρόσωπο)
- 躊躇う διστάζω, αμφιταλαντεύομαι
- 坊 βουδιστής μοναχός, καλόγερος, κατοικία μοναχού, αγόρι, γιος, μικρούλης, εγώ, εμένα, μικρός, άτομο που είναι...
- ロープ σχοινί
- くすくす χαχανίζω, σκάω στα γέλια
- 締め付ける σφίγγω, δένω σφιχτά, συστέλλω, συμπιέζω, ελέγχω αυστηρά, ασκώ πίεση, πιέζω (π.χ. την οικονομία), καταπιέζω
- カフェ καφετέρια, καφενείο, μπαρ με οικοδέσποινες (που σερβίρει δυτικά αλκοολούχα ποτά, περίοδοι Ταϊσό και Σόουα)
- 結晶 κρύσταλλο, κρυστάλλωση, καρποί (κόπου, ένωσης κ.λπ.)
- 広間 μεγάλη αίθουσα, σαλόνι, ευρύχωρο δωμάτιο, αίθουσα υποδοχής
- 砂漠 έρημος
- 叔父 θείος
- 巫女 μίκου, ιέρεια ναού, νεαρή κοπέλα ή γυναίκα (παραδοσιακά ανύπαντρη παρθένος) που βοηθά τους ιερείς στους ναούς, μέντιουμ, μάγισσα, σαμάνος
- 大将 στρατηγός, ναύαρχος, αρχηγός, προϊστάμενος, ηγέτης, αφεντικό, φίλε, αφεντικό, μάγκα, αθλητής που αγωνίζεται στον τελευταίο αγώνα ομαδικού διαγωνισμού (π.χ. κέντο, τζούντο)
- テント σκηνή
- モニター οθόνη (συσκευή, λογισμικό ή άτομο), επιτήρηση, άτομο που παρέχει ανατροφοδότηση για προϊόντα, τηλεοπτικά προγράμματα κ.λπ., συμμετέχων σε ομάδα αξιολόγησης καταναλωτών, οθόνη (υπολογιστή), απεικόνιση
- 絶頂 κορυφή (βουνού), ράχη, αποκορύφωμα, ακμή, ζενίθ, απογειω, οργασμός, κορύφωση
- 部室 αίθουσα συλλόγου