Ευρετήριο
217.768 λέξεις
- 油気 λιπαρότητα, ελαιώδης υφή
- 染髪 βάψιμο μαλλιών
- 気に召す μου αρέσει, προτιμώ, ευχαριστιέμαι
- 一夫一婦制 μονογαμία
- ギリシャ彫刻 ελληνική γλυπτική
- 現状打破 εγκατάλειψη της υφιστάμενης κατάστασης, ανατροπή του κατεστημένου, κατάλυση της παρούσας κατάστασης
- デカメロン Δεκαήμερο, Δεκαμερόν
- 脈を診る εξετάζω τον σφυγμό κάποιου
- 補足的 συμπληρωματικός, προσθετικός
- 余憤 καταπιεσμένος θυμός, οργή
- 口でやる εκτελώ στοματικό έρωτα, κάνω στοματικό έρωτα σε κάποιον
- 妍 ομορφιά
- 他称 τρίτο πρόσωπο
- 意味を捉える συλλαμβάνω το νόημα
- ホラを吹く υπερηφανεύομαι, κομπάζω, καυχιέμαι
- 訴求力 ελκυστικότητα, απήχηση (π.χ. μιας διαφήμισης)
- 中音 μεσοφωνία, βαρύτονος, κοντράλτο, μεσαίος τόνος, μέσο ύψος
- 外食産業 κλάδος της εστίασης
- 下にも置かない υποδέχομαι κάποιον με εξαιρετικές τιμές, περιβάλλω κάποιον με κάθε περιποίηση και ευγένεια
- 雇用形態 σύστημα απασχόλησης, μοντέλο εργασίας
- たちが良い καλόψυχος, με καλό χαρακτήρα
- 伏線回収 η αποκάλυψη στοιχείων που είχαν προαναγγελθεί νωρίτερα στην ιστορία
- 自己顕示 αυτοπροβολή, έκθεση του εαυτού (επιδίωξη της προσοχής των άλλων), προώθηση των δικών μου συμφερόντων
- 胚芽 φύτρο (δημητριακού, π.χ. σιταριού, ρυζιού), εμβρυακό μπουμπούκι
- 万言 πολλά λόγια, πολυλογία
- 供給不足 ανεπάρκεια προσφοράς, έλλειμμα προσφοράς
- 尻押し σπρώξιμο από πίσω, υποστήριξη, ενίσχυση, υποκίνηση, υποκινητής
- アセロラ ασερόλα (Malpighia glabra), κεράσι των Μπαρμπάντος
- 夏向 κατάλληλος για το καλοκαίρι
- 内力 εσωτερική τάση