Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 俏 μου αρέσει, παρόμοιος, μοιάζω, όμορφος, μεταμφιέζομαι ως, ντύνομαι, μαραζώνω
- 俜 εμπιστεύομαι, στέλνω μήνυμα
- 俠 ιππότης, ιπποτισμός, περιπλανώμενος ιππότης, αγοροκόριτσο
- 倀 φάντασμα κάποιου που κατασπαράχτηκε από τίγρη
- 倌 βοηθός σε οινοπωλείο, ιπποκόμος
- 倐 βιαστικά, ξαφνικά
- 倘 αν, αν υποθέσουμε, σε περίπτωση που, αμβλύτητα, θαμπάδα, ανία
- 倜 υψώνω ψηλά, ασυγκράτητος
- 倝 ανατολή ηλίου, αυγή
- 倞 μακρινός
- 倢 όμορφος, ωραίος, γυναίκα, γρήγορος, γρήγορος
- 倮 γυμνός, γυμνός, ακάλυπτος
- 偁 κατάσταση
- 偊 περπατάω μόνος, αυτάρκης
- 偌 έτσι, τόσο, όπως, τέτοιος
- 偎 προσκολλώμαι, χουχουλιάζω, αγκαλιάζω, αγκαλιάζω, χαϊδεύω
- 偓 φασαρία
- 偟 ταραγμένος, θορυβημένος
- 偢 κοιτάζω επίμονα
- 偪 αναγκάζω, πιέζω, εξαναγκάζω, ενοχλώ
- 偭 παραβαίνω
- 倻 φωνητικό που χρησιμοποιείται σε κορεατικά τοπωνύμια
- 傁 γέρος
- 傎 ανατρέπω
- 傏 απωθώ, αποκρούω, κρατώ μακριά (π.χ. αέρα, βροχή ή κρύο)
- 傒 κύριο όνομα, υπηρέτης
- 傔 υπηρέτης
- 傖 χυδαίος άνθρωπος, χωρικός
- 傜 μειονοτική φυλή
- 傞 ασταθής