Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 傢 πεισματάρης, ξεροκέφαλος, ασυμβίβαστος
- 傯 επείγων
- 傺 εμποδίζω, κρατώ
- 傽 τρομοκρατημένος
- 僃 έτοιμος
- 僄 ελαφρύς, ευάερος
- 僇 ταπεινώνω, περιφρονώ
- 僎 συλλέγω
- 僝 βρίζω, κακομεταχειρίζομαι
- 僤 ειλικρινής
- 僦 κληρονομώ, νοικιάζω
- 僨 καταστρέφω, ματαιώνω, ανατρέπω
- 僩 θαρραλέος, γενναίος, πολεμικός, στρατιωτικός, αξιοπρεπής
- 僯 ντροπιασμένος
- 僱 απασχολώ, προσλαμβάνω, προσλαμβάνω, μισθώνω
- 僾 σαν
- 儆 προειδοποιώ, προειδοποίηση
- 儈 μεσάζων, διαμεσολαβητής, μεσίτης, πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος, μεσάζων, ενδιάμεσος
- 儋 μικρό βάζο, σηκώνω βάρος, φορτίο δύο
- 儌 τυχερός, τυχερός
- 儍 ανόητος, χαζός, ηλίθιος
- 儎 μεταφέρω, περιέχω, φορτώνω
- 儐 φιλοξενώ καλεσμένους
- 儗 συγκρίνω με, παρομοιάζω με
- 儛 χοροπηδάω, χορεύω από χαρά
- 儜 αδύναμος, κουρασμένος, εξαντλημένος, σε δυσχέρεια, σε στενοχώρια
- 儭 βοηθώ, δίνω ελεημοσύνη
- 儱 αγενής, βάρβαρος
- 儳 πεισματάρης, ανόητος, χαζός, ανισόπεδος, άνισος, ανακατεύω
- 儸 ληστής, κακοποιός, ριψοκίνδυνος, παράτολμος