Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 刱 ιδρύω, εγκαθιστώ, καθιερώνω, δημιουργώ, φτιάχνω, κοπή με μαχαίρι, μαχαιριά
- 刲 κόβω, τεμαχίζω, κόβω φέτες, τρυπώ, διαπερνώ
- 刵 ποινή αποκοπής αυτιών
- 刼 λεηλατώ, ληστεύω φανερά
- 剉 κόβω, λιμάρω, ψαλιδίζω
- 剗 ισοπεδώνω, εξομαλύνω, κλαδεύω, κουρεύω, μειώνω σταδιακά, περικόπτω, περιορίζω
- 剚 μαχαιρώνω
- 剜 κόβω, εκκόπτω, αφαιρώ, βγάζω, αδειάζω, σκαλίζω
- 剟 τσιμπάω, διατρυπώ, κόβω τεμάχια, χαράζω, εγχαράσσω
- 剠 χαράζω, καυτηριάζω
- 剡 αιχμηρός, κοφτερός, οξύς, μυτερός, αιχμηρός, ακονίζω, ξύνω
- 剦 ευνουχίζω
- 剮 κόβω, αποσαρκώνω
- 剷 ισοπεδώνω, μειώνω, περιορίζω, ισοπεδώνω το έδαφος
- 剸 κόβω
- 劂 σμίλη για χάραξη, χαράσσω
- 劊 ακρωτηριάζω, αποκόπτω
- 劌 κόβω, τραυματίζω, μαχαιρώνω, μπήγω
- 劓 κόβω τη μύτη
- 劖 αλέθω, κόβω
- 劘 κάνω κιμά
- 劚 κόβω
- 劤 ισχυρός
- 劻 αναστατωμένος, ταράζομαι, ζηλωτός
- 勄 ενεργός, έξυπνος, επιδέξιος, γρήγορος, ευφυής, πνευματώδης, έξυπνος, ειλικρινής, σοβαρός, πρόθυμος, επιμελής, εργατικός, βιάζομαι, σπεύδω
- 勌 κοπιάζω, κουρασμένος
- 勑 ανταμοιβή
- 勔 προσπαθώ, καταβάλλω προσπάθεια, παροτρύνω
- 勖 διατάσσω, συμβουλεύω, κηρύττω
- 勛 αξιόλογη πράξη, αξίες, προσόντα, βαθμός