Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 厓 γκρεμός, απότομος βράχος, ακτή, παραλία, όχθη (ποταμού), ανάχωμα, επώνυμο, βράχος, γκρεμός, απότομος βράχος
- 厔 σταματώ, εμποδίζω, τόπος κοντά σε νερό
- 厙 επώνυμο
- 厝 κόβω, χαράζω, σοβαρότερος
- 厡 λιβάδι, πρωτότυπος, αρχικός, πρωτόγονος, αρχέγονος, χωράφι, αγρός, πεδιάδα, λιβάδι, τούνδρα, ερημιά, άγρια φύση
- 厤 υπολογίζω, ημερολόγιο
- 厪 καλύβα, προσεκτικός
- 厫 σιταποθήκη
- 厲 ακονόπετρα, αλέθω, τροχίζω, ακονίζω, ακονίζω, ξύνω, ακονίζω, τροχίζω, οξύνω (π.χ. την όρεξη), ενθαρρύνω, παροτρύνω
- 厴 κέλυφος
- 厵 πηγή, πηγή, αφετηρία
- 厷 αντιβράχιο, μπράτσο, στρογγυλός
- 厺 πηγαίνω, αναχωρώ
- 叀 καρούλι για τύλιγμα κλωστής, γενικά, εντελώς, ολικά
- 叅 συμβουλεύω, διαβουλεύομαι, συμμετέχω, επεμβαίνω
- 叒 υπάκουος, ενωμένος
- 叓 υπόθεση, ζήτημα, ζήτημα, θέμα, δουλειά, εργασία
- 叕 συνδέω, ενώνω, συνθέτω, αποτελώ, καλυμμένος με δίχτυ σαν γάζα
- 叚 ψευδής
- 叝 ενημερώνω με σεβασμό
- 叠 συσσωρεύω, στοιβάζω, συσσωρεύομαι, στοιβάζομαι, διπλώνω
- 另 άλλος, ξεχωριστός, άλλος
- 叧 ξεκοκαλίζω, αρχαίο βασανιστήριο
- 叵 δεν μπορώ, αδυνατώ, απίθανος, κατόπιν
- 吓 τρομάζω, φοβίζω, τρομάζω, εκφοβίζω
- 吚 χρησιμοποιείται για την αναπαράσταση ήχου
- 吡 κατηγορώ
- 吧 εμφατικό τελικό μόριο
- 吨 μετρικός τόνος
- 吪 κινώ