Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 彲 κίτρινος δράκος
- 彴 γέφυρα
- 彸 ανήσυχος, άστατος, ταραγμένος, αναστατωμένος
- 彽 χαμηλός, ταπεινός
- 徉 περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, περιπλανιέμαι, απομακρύνομαι, ξεστρατίζω, διστάζω
- 徜 περπατώ πέρα δώθε, περιπλανιέμαι, παραμένω, καθυστερώ, χρονοτριβώ, περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, τριγυρίζω
- 徧 παντού, σε όλη την έκταση, ολόγυρα, περιστρέφομαι
- 徬 περιπλανιέμαι, περπατάω δίπλα σε
- 徯 περιμένω, περιμένω, προσδοκώ, περιμένω, αναμένω, προσδοκώ, ελπίζω
- 忄 καρδιά, όρθια ρίζα καρδιάς, παραλλαγή (αρ. 61)
- 忇 μείζον επίτευγμα
- 忉 θλιμμένος, ψυχικά στενοχωρημένος
- 忋 βασίζομαι, θαυμάζω
- 忐 δειλός, φοβητσιάρης, νευρικός, αγχωμένος
- 忑 φοβισμένος, νευρικός, δειλός
- 忒 υπερβολικός, πολύ, υπερβολικά, πολύ (για δυσάρεστα, αρνητικά πράγματα), σφάλλω, κάνω λάθος, μπερδεύω, κάνω λάθος, μεταβλητός, ευμετάβλητος
- 忓 ανήσυχος
- 忔 χαίρομαι, αντιπαθώ, δεν χρειάζομαι
- 忞 προσπαθώ, ανήσυχος, ανίδεος των συναισθημάτων του
- 忡 ανήσυχος, αναστατωμένος
- 忢 φώτιση, διαφώτιση, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, διακρίνω, ξεχωρίζω, συνειδητοποιώ, κατανοώ, καταλαβαίνω, εννοώ
- 忩 βιάζομαι, βιάζομαι, ταράζομαι
- 忪 ήσυχος, ήρεμος, γαλήνιος, ειρηνικός
- 忭 χαρούμενος, ευτυχισμένος, ικανοποιημένος, ευχαριστημένος
- 忮 πεισματάρης, διεστραμμένος, επιθετικός
- 忯 συμπαθώ, αγαπώ, σέβομαι
- 忲 σπάταλος
- 忳 αγωνία, οδύνη, βασανιστήριο, πενθώ, λυπάμαι, θρηνώ, αδαής, άγνωστος, ανίδεος, ανόητος, χαζός, ηλίθιος
- 忼 κλαίω, θρηνώ, λυπάμαι
- 怊 λυπούμαι, λυπημένος