Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 怍 ντρέπομαι
- 怔 νόσος που μοιάζει με νεύρωση
- 怗 παρατηρητικός, ειρηνικός, υποτακτικός
- 怘 προστατεύω, διαφυλάσσω
- 怚 αμβλύς, ηλίθιος, καχύποπτος
- 怤 σκέφτομαι, ανυπομονώ
- 怭 αγενής
- 怳 άγριος, τρελός, αναστατωμένος
- 怵 φόβος, φοβάμαι, ντροπαλός, δειλός
- 恇 φόβος
- 恉 σημασία, νόημα, ουσία
- 恌 ανησυχώ, επιπόλαιος
- 恑 αλλάζω, αλλάζω, μεταβάλλω, προσαρμόζομαι
- 恔 χαρούμενος, εύθυμος, έξυπνος, ευφυής, λαμπρός, συνετός, οξυδερκής, σοφός
- 恝 ανέμελος, αδιάφορα
- 恡 τσιγκούνης, φειδωλός, σφιχτοχέρης
- 恧 ντροπιασμένος, αμήχανος, ντροπιασμένος
- 恿 υποκινώ, παρακινώ, ανησυχώ
- 悆 ευτυχισμένος
- 悊 σοφός, γνωρίζω διαισθητικά
- 悑 τρομερός, φοβάμαι, φοβισμένος
- 悕 προσεύχομαι ειλικρινά, λυπάμαι, θρηνώ
- 悝 γελάω με, κοροϊδεύω, λυπάμαι, θλιμμένος, βασανισμένος, λυπημένος, στενοχωρημένος
- 悞 εμποδίζω, αμελώ, παραμελώ, καθυστερώ, αναβάλλω
- 悤 αναστατωμένος, ανήσυχος, βιαστικός
- 您 τιμητικό «εσείς»
- 悰 απολαμβάνω, διασκεδάζω, ευχαριστώ, χαρά
- 悱 επιθυμώ να μιλήσω
- 悻 θυμός, ενόχληση, θυμωμένος, αγανακτισμένος
- 悾 αφελής, άδολος, απλοϊκός