Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 掊 βγάζω, εξάγω, τραυματίζω, πληγώνω
- 掐 κρατώ, τσιμπώ, πνίγω
- 掔 στιβαρός
- 掙 αγωνίζομαι, προσπαθώ, παλεύω
- 掞 εύκολος, λείος, ομαλός, ήσυχος, σιωπηλός, ευγενικός, γοητευτικός
- 掤 τρέμω, δονώμαι, σείω
- 掭 χειρίζομαι, σκαλιστήρι φυτιλιού
- 掮 κουβαλάω στους ώμους
- 掯 καταπιέζω, εκβιάζω, αποσπώ (χρήματα κ.λπ.) με εκβιασμό, παίρνω με τη βία, αρπάζω
- 掽 συγκρούομαι, συναντώ απροσδόκητα
- 揁 ήχος του κουρδίσματος ενός κότο
- 揅 αλέθω, τρίβω, μελετώ, ερευνώ
- 揎 σηκώνω τα μανίκια και τεντώνω τα χέρια, χτυπάω με γυμνά χέρια, δέρνω με γροθιές
- 揑 επινοώ, σκαρφίζομαι
- 揕 ανασηκώνω τα μανίκια, μάχομαι με γυμνά χέρια
- 揜 καλύπτω, κρύβω, αρπάζω, κλείνω
- 揠 τραβάω προς τα πάνω, εξαλείφω, εκριζώνω
- 揥 ξύστρα
- 揪 πιάνω με το χέρι, τσιμπάω
- 揲 ταξινομώ τους μίσχους που χρησιμοποιούνται στη μαντεία, διπλώνω
- 揵 μεταφέρω
- 揸 χούφτα, πιάνω με τα δάχτυλα
- 揹 κουβαλάω πράγματα στην πλάτη μου
- 搉 χτυπάω, επιλέγω, κοροϊδεύω
- 搊 μαδάω
- 搐 κράμπα, σπασμός, σπασμός, σπασμωδική κίνηση (πιο έντονη), τίναγμα, μικρός σπασμός
- 搒 κοντάρι, χτυπάω
- 搔 ξύνω
- 搘 στηρίζω
- 搞 ξεκαθαρίζω, διαλευκάνω, διευκρινίζω, αποσαφηνίζω