Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 攛 βιάζομαι, ρίχνω, παροτρύνω
- 攞 χωρίζω, σχίζω, διασπώ, σχίζω, διαρρηγνύω, διαλέγω, επιλέγω, τρίβω, σκουπίζω
- 攢 αποταμιεύω, συσσωρεύω
- 攩 εμποδίζω, ανακόπτω, σταματώ, αντιστέκομαι
- 攮 αποκρούω, απωθώ, μαχαιρώνω
- 敃 δυνατός, εύρωστος, γεροδεμένος, σφριγηλός, ακμαίος, ζωηρός
- 敉 ειρηνεύω, καθησυχάζω, καταπραΰνω, απαλύνω, σταθεροποιώ
- 敔 σφυρί δικαστή, σφυρί προέδρου
- 敠 ζυγίζω, κόβω, έρχομαι απρόσκλητος
- 敧 πιάνω κάτι με ξυλάκια ή τσιμπίδα
- 敫 αρχαίο μουσικό όργανο
- 敺 διώχνω, διώχνω, χτυπάω, επιτίθεμαι
- 敽 δένω
- 斁 αντιπαθώ, βαριέμαι, εξηγώ
- 斅 διδάσκω, καθοδηγώ, διεγείρομαι, ξυπνώ (συναισθηματικά), ξυπνώ, έξυπνος, νοήμων
- 斒 ποικιλόχρωμος, παρδαλός, ριγωτός, μαρμαροειδής
- 斕 πολύχρωμος
- 斝 μικρό νεφριτένιο ποτήρι κρασιού
- 斠 μετρώ
- 斮 κόβω
- 斲 κόβω, τεμαχίζω, κόβω αδρά
- 斴 ο ήχος του νερού που ρέει ανάμεσα στα βράχια
- 斿 κολυμπώ, κινούμαι ελεύθερα, κυκλοφορώ ελεύθερα, περιπλανιέμαι, περιφέρομαι
- 旂 σημαία
- 旈 κρόσσια από μαργαριτάρια σε κορώνες, λάβαρο, μικρή σημαία
- 旉 δηλώνω σε, ανακοινώνω
- 旎 κυμάτισμα σημαίας, ρομαντικός
- 旐 κεντητό λάβαρο
- 旖 ρομαντικός, τρυφερός, γοητευτικός
- 旘 λάβαρο, σημαία, στερεώνω