Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 暋 ισχυρός, στιβαρός, σκληρός
- 暌 αντίθετος, μακρινός από, χωρισμένος
- 暍 ηλίαση
- 暐 το λαμπρό φως του ήλιου
- 暠 χαραυγή, αυγή, λαμπρός, φωτεινός, αστραφτερός
- 暱 οικείος, στενός, στενός, κοντινός, προσεγγίζω
- 暵 στεγνώνω στον ήλιο
- 暻 φωτεινός, λαμπερός
- 曀 θυελλώδης, φουρτουνιασμένος, συννεφιασμένος, ομιχλώδης, θαμπός, αχνός, αμυδρός, θαμπός
- 曈 λυκαυγές
- 曏 μια φορά κι έναν καιρό, χρονική περίοδος
- 曛 λυκόφως, σούρουπο, ηλιοβασίλεμα, δύση
- 曨 ασαφής, αμυδρός, θολός, λυκόφως, σούρουπο
- 曬 στεγνώνω στον ήλιο, εκθέτω στον ήλιο
- 朅 γενναίος
- 朓 θυσία
- 朙 φωτεινός, λαμπερός, καθαρός, διαυγής, σαφής, ευφυής, έξυπνος, φωτεινός, λαμπρός, έξοχος, ευφυής, καταλαβαίνω, εννοώ, εικονογραφώ, επεξηγώ, διαφωτίζω
- 朠 χρώμα του φεγγαριού
- 朢 κοιτάζω, ατενίζω, κοιτάζω επίμονα, ελπίζω, περιμένω, προσδοκώ
- 朳 δέντρο
- 朾 σκουντάω
- 杅 κάδος
- 杇 μούσμουλο
- 杈 διχάλα δέντρου, πιρούνα
- 杌 κολοβός, κούτσουρο δέντρου (εξ ου και: στειρότητα), τετράγωνο σκαμπό
- 杕 μόνος
- 杝 δέντρο
- 杮 ροκανίδια
- 杴 φτυάρι, κανάλι (για μεταφορά νερού)
- 杶 βερνίκι