Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 檞 δρυς
- 檟 μικρός αειθαλής θάμνος
- 檫 σαφράς τζούμου
- 檯 τραπέζι
- 檴 δέντρο
- 檾 φυτό που μοιάζει με χόρτο, με ίνες από τις οποίες φτιάχνεται ύφασμα
- 檿 μουριά
- 櫈 παγκάκι, σκαμπό
- 櫌 είδος τσάπας
- 櫜 φαρέτρα (θήκη για βέλη)
- 櫝 ντουλάπι, ντουλάπα, ντουλάπα, σεντούκι, κασέλα
- 櫧 δρυς
- 櫬 φέρετρο, δέντρο τουνγκ
- 櫱 μαγιά, μαγιά για την παρασκευή ποτών
- 櫽 διαμορφώνω ξύλο με θερμότητα, εργαλείο για την καμπύλωση ξύλου
- 欃 σανδαλόξυλο, κομήτης
- 欏 αγριοκαστανιά
- 欐 δοκάρι
- 欑 συγκεντρώνω
- 欛 λαβή μαχαιριού, λαβή (σπαθιού ή ξίφους)
- 欞 πλέγμα παραθύρου, περβάζι, ανώφλι
- 欤 τελικό μόριο που δηλώνει ερώτηση
- 欨 φυσώ πάνω, αναπνέω πάνω, χαμογελώ
- 欬 βήχας, ήχος γέλιου
- 欵 περιποιούμαι, κρατώ, είδος, αντικείμενο, φιλία
- 欻 ξαφνικός, απότομος, γρήγορος
- 欿 δυσαρεστημένος, λυπημένος, μελαγχολικός
- 歆 συμπαθώ, θαυμάζω, προθύμως, ευχαρίστως, διεγείρω
- 歊 αναστεναγμός
- 歠 ρουφάω, πίνω μικρή ποσότητα, πίνω, ρουφάω, μυζώ