Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 泑 υάλωμα (σε πορσελάνη, κεραμικά κ.λπ.)
- 泒 ποταμός στην επαρχία Χουμπέι
- 泔 νερό από το πλύσιμο του ρυζιού, βράζω πηχτό, σαν χυλό, ξεπλένω και χτενίζω τα μαλλιά
- 泖 στάσιμα νερά, ποταμός στην Τσιανγκσού
- 泚 καθαρός, λαμπερός και φωτεινός, ιδρώτας
- 泜 ποταμός στην επαρχία Χεμπέι
- 泠 δροσερός και ευχάριστος, ήπιος και ευχάριστος
- 泫 κλαίω, κλαίω, λάμπω, γυαλίζω, αστράφτω, γυαλίζω (με υγρασία)
- 泮 σχολείο της δυναστείας Τζόου, διασκορπίζω, διαλύω, διαλύομαι, καταρρέω
- 泲 είδος λευκού κρασιού
- 洄 λιμνάζοντα νερά, δίνη, υδροστρόβιλος, τρεχούμενο νερό
- 洊 τρεχούμενο νερό
- 洎 μέχρι, μέχρι, έως, σούπα, μουσκεύω, βουτώ (σε υγρό)
- 洏 δάκρυα, δακρυσμένος
- 洑 δίνη, υποβρύχιο ρεύμα
- 洧 όνομα ποταμού στη Χονάν
- 洨 ποτάμι στην επαρχία Χεμπέι
- 汧 όνομα ποταμού στην Σαντόνγκ, βάλτος, έλος, επιπλέω
- 洮 καθαρίζω, ποταμός στην επαρχία Γκανσού
- 洱 λίμνη στην Γιουνάν
- 洹 ποταμός στην επαρχία Χενάν
- 洼 κοίλωμα, λάκκος, βύθισμα, βάλτος
- 洿 στάσιμο νερό, ακάθαρτος, βρώμικος
- 浡 ξεσπώ, ανατέλλω, ζωηρός
- 浥 υγρός, υγρός, βρεγμένος, υγραίνω, βρέχω
- 浼 ζητώ, ζητώ χάρη
- 涂 επώνυμο, όνομα ορισμένων ποταμών
- 涇 όνομα ποταμού
- 涑 ποταμός στην επαρχία Σανσί
- 涒 ελίσσομαι, περιπλανιέμαι