Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 軜 χαλινάρια
- 軨 πλέγμα στο μπροστινό και στα πλάγια
- 軰 σειρά αμαξών, γενιά, τάξη, σειρά, είδος, δηλώνω τον πληθυντικό
- 軷 θυσία
- 軹 τέλος άξονα, αποκλίνων
- 軺 μικρή ελαφριά άμαξα
- 輀 νεκροφόρα
- 輇 ρόδα κάρου χωρίς ακτίνες
- 輈 άξονας
- 輏 ελαφρύς, ελαφριά άμαξα
- 輗 εγκάρσια δοκός στο άκρο του κονταριού άμαξας
- 輘 αυλάκι τροχιάς, βουητό κάρου
- 輞 εξωτερική στεφάνη τροχού
- 輠 λιποδοχείο κρεμασμένο κάτω από τον άξονα της άμαξας
- 輥 γυρίζω, περιστρέφομαι, κύλινδρος
- 輧 κλειστή άμαξα με κουρτίνες για γυναίκες
- 輬 νεκροφόρα, άμαξα
- 輭 εύκαμπτος, ελαστικός, ευλύγιστος, εύπλαστος, εύκαμπτος, ευλύγιστος, αδύναμος, ασθενής, αδύναμος, ασθενικός, εξασθενημένος
- 輮 εξωτερικό στεφάνι τροχού
- 輴 έλκηθρο
- 輵 μεγάλη παράταξη δοράτων και αρμάτων
- 輶 ελαφρύ αμάξι, ασήμαντος, ελαφρύς
- 轀 νεκροφόρα
- 轇 περίπλοκος, μπερδεμένος, συγχυσμένος, διαμάχη, διένεξη, διαφωνία
- 轏 κάρο ύπνου
- 轑 αυλάκι
- 轒 άρμα
- 轔 βουητό οχημάτων, κατώφλι
- 轕 μεγάλη παράταξη από δόρατα και άρματα
- 轘 διαμελίζω με άρματα