Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 轝 φθόνος, μίσος, αντιπάθεια, δυσαρέσκεια, αγανάκτηση
- 轞 όχημα μεταφοράς κρατουμένων
- 辠 έγκλημα, αμαρτία, ελάττωμα, κακία, κακό, κακία, δυσκολία, στεναχώρια, ταλαιπωρία
- 辡 αντεγκλήσεις, καυγάς, φιλονικία
- 辤 λέξη, ομιλία, λόγος, πρόταση, έκφραση, φράση, μήνυμα
- 辥 είδος βάλτιου χόρτου
- 辦 διαχειρίζομαι, κάνω, χειρίζομαι, διεκπεραιώνω
- 辵 περπατάω, βάδισμα, ριζικό δρόμος (αριθ. 162)
- 辶 περπατάω, περπάτημα, παραλλαγή του ριζικού «δρόμος» (αρ. 162)
- 达 φτάνω, φτάνω, ευφυής, λείος, ολισθηρός
- 迁 μετακινούμαι, κινούμαι, μετατοπίζω, αλλάζω θέση, αλλάζω, μεταφέρω, μεταφέρω πρωτεύουσα
- 迆 ελίσσομαι, παρεκκλίνω από την ευθεία πορεία
- 迊 πηγαίνω γύρω, κάνω τον γύρο, κάνω κύκλο, περιφέρομαι, κάνω μια περιστροφή, περιστρέφομαι, γυρίζω, στρίβω
- 迋 ταξιδεύω, πηγαίνω, εξαπατώ, τρομάζω
- 迍 παραπατώ, διστάζω
- 运 τρέχω, απλοποιημένη μορφή του χαρακτήρα κάντζι για την τύχη, τύχη, πλοίο, μεταφορά
- 迓 πηγαίνω να συναντήσω, δέχομαι, υποδέχομαι, ως φιλοξενούμενος
- 迕 πεισματάρης, διεστραμμένος
- 迣 υπερπηδάω
- 迤 ελίσσομαι, παρεκκλίνω από την ευθεία πορεία
- 迨 μέχρι, όταν, αρπάζω, συλλαμβάνω
- 迻 μετατοπίζω, μεταφέρω, μεταφράζω
- 适 πηγαίνω, φτάνω, κατάλληλος, κατάλληλος
- 逄 επώνυμο
- 逈 μακρινός, μακρινός, χωρισμένος, διαφορετικός
- 逌 παρακαλώ, χαμογελαστός, αυτάρεσκος
- 逛 περιπλανιέμαι, κάνω περίπατο, τριγυρίζω, περιπλανιέμαι
- 逩 τρέχω γρήγορα
- 逯 φεύγω χωρίς λόγο, επώνυμο
- 逬 σκορπίζω, εκδιώκω, ραγίζω, σχίζω, πηδάω