Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 闑 κατώφλι
- 闒 πόρτα ή παράθυρο ανώτερου ορόφου
- 闓 ανοιχτός, ειρηνικός
- 闚 ρίχνω μια φευγαλέα ματιά, φευγαλέο κοίταγμα, κρυφοκοιτάζω
- 闞 ρίχνω μια ματιά, κρυφοκοιτάζω, βρυχιέμαι, γρυλίζω
- 闟 ειρηνικά, ήσυχα
- 闠 πύλη αγοράς
- 闤 τείχος αγοράς
- 阝 τόπος, ριζικό "χωριό" της αριστερής πλευράς, μορφή δύο γραμμών (αρ. 170)
- 阞 φλέβα
- 阤 λόφος
- 阬 λάκκος, τρύπα, φρέαρ
- 阱 λάκκος παγίδας, κρυφή παγίδα, παγίδα, θηλιά, παγίδα
- 阳 αρσενική αρχή, φως, ήλιος
- 阸 στενοχώρια, δυσφορία, δυσκολία
- 阹 μαντρί, περιβάλλω
- 阼 σκαλοπάτια που οδηγούν στην ανατολική πόρτα ή στον θρόνο
- 陁 απότομη πλαγιά, κατωφέρεια, κατηφόρα
- 陔 βήμα, αναβαθμός, βεράντα, βαθμίδα, επίπεδο, προεξοχή
- 陗 απότομος λόφος, απότομος, κρημνώδης
- 陘 στενό πέρασμα, στενωπός, ορεινή διάβαση, φαράγγι
- 陡 απότομος, κρημνώδης, επικλινής, πλαγιός, απότομα, ξαφνικά, ξαφνικός, αιφνίδιος
- 陴 στηθαίο σε τείχος πόλης
- 陻 λοφίσκος, ανάχωμα, θάβω, φράγμα
- 陼 νησάκι
- 陾 σε αρχείο
- 隂 σκιερός, μυστικός, σκοτεινός, μυστηριώδης, κρύος, η αρνητική, θηλυκή αρχή της φύσης
- 隃 υπερβαίνω, περιοχή στην επαρχία Σανξί
- 隄 ανάχωμα, ανάχωμα
- 隉 σε αταξία, επικίνδυνη κατάσταση του κράτους