Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 韎 κόκκινος
- 韐 επιγονατίδα από κόκκινο βαμμένο δέρμα
- 韔 θήκη ή περίβλημα για τόξο
- 韘 δαχτυλίδι τοξότη
- 韙 σωστός, κατάλληλος, ευπρέπεια
- 韝 δερμάτινο περιβραχιόνιο
- 韞 πορτοκαλί, κρύβω, αποκρύπτω
- 韠 επιγονατίδα
- 韡 πανέμορφος
- 韤 κάλτσες, καλσόν, μακριές κάλτσες
- 韯 άγρια κρεμμύδια ή πράσα
- 韱 άγρια κρεμμύδια ή πράσα
- 韺 μουσική
- 頇 μεγάλο πρόσωπο, επίπεδο πρόσωπο, ηλίθιος
- 頊 θλιμμένος, ανήσυχος, αγχωμένος
- 頙 σωστός
- 頍 σηκώνω το κεφάλι μου
- 頎 ψηλός και λεπτόσωμος
- 頔 καλός και όμορφος
- 頖 σχολή της δυναστείας Τζόου, διασκορπίζω, καταρρέω, διαλύομαι
- 頜 στόμα, σαγόνι
- 頞 γέφυρα (της μύτης)
- 頠 ήσυχος
- 頣 βλέπω τους άλλους αφ' υψηλού
- 頦 πηγούνι
- 頫 υποκλίνομαι, νεύω, καταδέχομαι
- 頮 πλένω
- 頯 ζυγωματικό
- 頰 μάγουλο, σαγόνι
- 頲 ευθύς