Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 鬠 κάνω κότσο στην κορυφή
- 鬦 αγωνίζομαι, μάχομαι, παλεύω, ανταγωνίζομαι, διεκδικώ, υποστηρίζω
- 鬭 παλεύω, μάχομαι, παλεύω, συναγωνίζομαι, ανταγωνίζομαι, διεκδικώ, αγωνίζομαι
- 鬴 κατσαρόλα
- 鬵 μεγάλη σιδερένια κατσαρόλα, καζάνι
- 鬷 κατσαρόλα, δοχείο
- 魈 σκανταλιάρης, μονόποδο πνεύμα που ζει στα βουνά
- 魋 αρκούδα
- 魛 κέφαλος
- 魞 ψαροπαγίδα
- 魣 λούτσος
- 魦 οικογένεια καρχαριών, συμπεριλαμβανομένων μερικών σαλαχιών και βατίδων
- 魨 φούσκα, τετράδους, φούσκα, τετράδους, Spheroides vermicular
- 魫 ιχθύδιο
- 魬 γλώσσα (ψάρι), καλκάνι
- 魳 λούτσος
- 魵 γαρίδα
- 魷 σουπιά
- 鮀 φιδόψαρο
- 鮆 ψάρι
- 鮉 πλατίτσα
- 鮐 λαγοκέφαλος, λαγοκέφαλος, τετραόδοντας
- 鮚 αχιβάδα, στρείδι
- 鮝 παστός ψάρι
- 鮞 αυγοτάραχο, σπέρμα ψαριών, αυγά ψαριών
- 鮦 φιδόψαρο
- 鮧 γατόψαρο
- 鮰 μικρό είδος οξύρρυγχου, που βρίσκεται στον Γιανγκτσέ
- 鮿 παστό ψάρι
- 鯁 ψαροκόκαλα, τίμιος, έντιμος