Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 黧 σκούρο, ωχρό χρώμα
- 黮 μαύρος, σκοτεινός, ασαφής, θολός, ιδιωτικός, προσωπικός
- 黰 χτένισμα νεαρού κοριτσιού
- 黲 γκριζομαύρος
- 黿 μεγάλη χελώνα, θαλάσσια χελώνα
- 鼂 είδος θαλάσσιας χελώνας, επώνυμο
- 鼃 βρώσιμος υδροβάτραχος
- 鼉 μεγάλο ερπετό, νερόσαυρα
- 鼏 κάλυμμα τριποδικού λέβητα
- 鼐 τρίποδας θυμιατηρίου
- 鼒 μεγάλος τρίποδος λέβητας με μικρό στόμιο
- 鼔 τύμπανο, τυμπανίζω, από όπου προκύπτει: ξεσηκώνω, πρήζομαι, φουσκώνω, προεξέχω, φουσκώνω (προς τα έξω)
- 鼖 τύμπανο
- 鼗 μικρό περιστρεφόμενο τύμπανο με σφαιρίδια
- 鼙 τύμπανο ιππικού
- 鼚 τυμπάνισμα, τύμπανα
- 鼛 τύμπανο
- 鼢 ποικιλία τυφλοπόντικα
- 鼪 νυφίτσα
- 鼫 μαρμότα, σκίουρος
- 鼯 ιπτάμενος σκίουρος
- 鼴 εντομοφάγο τρωκτικό
- 鼷 ποντίκι
- 鼹 είδος εντομοφάγου τρωκτικού, τυφλοπόντικας
- 鼽 μπουκωμένη μύτη
- 齁 ροχαλίζω δυνατά, πολύ, εξαιρετικά
- 齄 κόκκινα σπυράκια στη μύτη
- 齅 μυρωδιά, μυρίζω
- 齆 μπουκωμένη μύτη
- 齕 ροκανίζω, δαγκώνω, τσιμπολογώ