Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 齗 ούλα, διαπληκτίζομαι, λογομαχώ
- 齚 μασάω
- 齝 μηρυκάζω
- 齞 δείχνω τα δόντια μου
- 齩 μασάω, δαγκώνω
- 齭 πονόδοντος
- 齮 δαγκώνω
- 齯 δόντια που φυτρώνουν στα γηρατειά
- 齰 δαγκώνω
- 齳 άδοντος
- 齵 στραβός (δόντια)
- 龐 ακατάστατος, άτακτος, ακατάστατος, μπερδεμένος, τεράστιος, πελώριος, μεγάλος
- 龑 υψηλός και λαμπρός
- 龔 δίνω, προσφέρω, αναφορικός
- 龖 πέταγμα δράκου, κίνηση δράκων
- 龞 χελώνα
- 龡 φυσάω, εκπνέω
- 龢 εναρμονισμένος, ήρεμος, ειρηνικός
- 龥 ικετεύω, ζητώ βοήθεια
- 𠂢 διακλαδίζομαι
- 𠂤 αποθηκεύω, στοιβάζω
- 𠮟 μαλώνω, επιπλήττω, κάνω παρατήρηση
- 𡱖 θηλυκά γεννητικά όργανα, αιδοίο, (κοκούτζι)
- 𢦏 κόβω, πληγή, βλάπτω
- 𨫤 ροή μετάλλου, (κοκούτζι)
- 𩻛 ιαπωνικό ρυζόψαρο
- 𪃹 τσίχλα, (κοκούτζι)
- 㐆 ακολουθώ, εμπιστεύομαι σε, εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη σε, εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε, στρέφομαι, γυρίζω, στρέφω το σώμα, γυρίζω το σώμα
- 㐬 ποτήρι με κρεμαστά διακοσμητικά, φλάμπουρο, άγριος, άγονος, ακαλλιέργητος
- 㐮 βοηθάω, βοηθάω, συνδράμω, επιτυγχάνω, καταφέρνω, ανεβαίνω, αναδύομαι, σηκώνω, ανατρέφω, αυξάνω