Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 䟽 σκόρπιος, διασκορπισμένος
- 䡎 εργάτης, βίντσι, τροχαλία, βιτζιράντζα, αργυρόνη
- 䢵 όνομα αρχαίας χώρας στη σημερινή επαρχία Χουμπέι, όνομα τόπου στη σημερινή επαρχία Τσιανγκσού
- 䦰 κλήρος, κληρώνω
- 䧧 ψηλά βουνά, απότομος, υψηλός
- 䧺 αρσενικό πτηνό
- 䨄 ορτύκι
- 䨩 πνεύμα, ψυχή, θείος, υπερφυσικός
- 䪼 ζυγωματικό οστό, ζυγωματικό οστό, ζυγωματικό οστό
- 䬻 φιλοξενώ έναν φίλο που αναχωρεί, αποχαιρετιστήριο δώρο τροφής ή χρημάτων
- 䯂 πολυάριθμος, πάρα πολλοί, μεγάλο κοπάδι αλόγων που ταξιδεύουν στη σειρά
- 䯊 λεκάνη, κόκαλο σφηνωμένο στον λαιμό, επιγονατίδα, επιγονατίδα, τα πέντε χαμηλότερα οστά της σπονδυλικής στήλης
- 䯒 άνω τμήμα κνήμης, κνήμη
- 䯨 χτυπάω, χτυπάω ελαφρά, χτυπάω, μεγάλος, μεγάλος, σπουδαίος, μεγάλος, ψηλός, ψηλός
- 䰗 λαχνός, κλήρος, εισιτήριο, δελτίο, κληρώνω, ρίχνω κλήρους
- 䰠 θεός, πνεύμα, αθάνατος, ορεινός θεός
- 䳄 είδος υδρόβιου πτηνού, με μαύρο χρώμα, θηλυκό, γυναικείος
- 䳑 φασιανόμορφο πουλί
- 䴇 άλλο όνομα για γερανό, μικρός κύκνος, άλλο όνομα για σουσουράδα
- 䵷 βάτραχος, κάνω τον ήχο του εμετού
- 丏 παραπέτο, στηθαίο, κιγκλίδωμα, αόρατος
- 丩 ενώνω ή συνδέω την κληματαριά
- 丬 μισό κορμού δέντρου, ριζικό αρ. 90
- 么 ερωτηματικό μόριο, μικρή επανάληψη μελωδίας, τρυφερός
- 亻 ρίζα νούμερο 9
- 亼 συναρμολογώ, συγκεντρώνω, συγκεντρώνω, μαζεύω
- 仫 φυλή
- 俦 σύντροφος, ταίρι, συνάδελφος
- 俱 όλος, μαζί, συνοδεύω
- 倂 συνδυάζω, ενώνω