Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 璈 αρχαίο μουσικό όργανο
- 璥 είδος νεφρίτη
- 璺 ρωγμή, όπως στην πορσελάνη
- 瓖 ένθετο
- 甁 κανάτα
- 畬 καλλιεργημένο χωράφι
- 畲 καλλιεργώ τη γη αφού πρώτα την κάψω
- 瘘 συρίγγιο, πληγή, έλκος, βρογχοκήλη
- 瘨 τρελός, άρρωστος
- 皞 φωτεινός, λαμπερός, λαμπρός, έξοχος, ευφυής
- 皡 λαμπρός, φωτεινός, λαμπρός, έξοχος
- 皶 τραχύ δέρμα, τραχύς
- 睘 στρογγυλός, κοιτάζω επίμονα, ατενίζω
- 瞤 βλεφαρίζω ή τρεμοπαίζω τα μάτια
- 瞩 παρακολουθώ προσεκτικά, κοιτάζω επίμονα, ατενίζω, εστιάζω σε, επικεντρώνομαι σε
- 砬 μεγάλη πέτρα
- 硏 αλέθω
- 礮 αρχαία βαλλίστρα για ρίψη βαριών λίθων, κανόνι, πυροβόλο
- 种 σπόρος, φυλή, ράτσα, είδος, φυτεύω
- 窾 τρύπα, οπή, κοίλος, κούφιος, κενός, άδειος
- 筹 μάρκα, τσιπ, καταμέτρηση, καταγραφή, λογαριασμός, διακριτικό, ένδειξη, κουπόνι, μάρκα, συγκεντρώνω χρήματα, βρίσκω χρήματα
- 篰 καλάθι από μπαμπού
- 簞 μικρό καλάθι μπαμπού
- 籯 κιβώτιο από μπαμπού, σωληνωτή θήκη από μπαμπού
- 綠 πράσινος, χλώριο
- 緖 τέλος της κλωστής, κλωστή, στοιχείο, ένδειξη
- 緣 στρίφωμα, ποδόγυρος, περιθώριο, άκρη, λόγος, αιτία, αιτία, υπόθεση, κάρμα, μοίρα, πεπρωμένο
- 耂 παραλλαγή του ριζικού 125
- 聃 αυτιά χωρίς χείλη, κύριο όνομα
- 肙 μικρό σκουλήκι, στρίβω, περικυκλώνω, άδειος