nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 勤
勤

Διδάσκεται στην ΣΤ' Δημοτικού| 12 πινελιές | Ρίζα: 力 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 επιμέλεια
  2. 02 εργάζομαι
  3. 03 υπηρετώ

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

キン、ゴン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

つと.める、-づと.め、つと.まる、いそ.しむ

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 勤める εργάζομαι, δουλεύω, απασχολούμαι, υπηρετώ
  • 勤務 υπηρεσία, καθήκον, εργασία
  • 出勤 μετάβαση στην εργασία, αναχώρηση για τη δουλειά, παρουσία στην εργασία, απασχόληση στο γραφείο, προσέλευση στην εργασία
  • 勤め υπηρεσία, καθήκον, εργασία, ευθύνη, έργο
  • 勤しむ εργάζομαι σκληρά, αφοσιώνομαι σε, επιμελούμαι
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων