11 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ανόητος, χαζός, ηλίθιος
  2. 02 αργός, βραδύς

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ラン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

かまびす.しい、むさぼ.る