啐
11 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2
- 01 γεύομαι, δοκιμάζω
- 02 ρουφάω, πίνω μικρές γουλιές
- 03 φτύνω
- 04 ήχος από ρούφηγμα
- 05 εκπλήσσω, ξαφνιάζω
ΟΝ-ΓΙΟΜΙ
サイ、セ、サ、シュツ、シュチ、カツ、カチ
ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ
おどろ.く、よ.ぶ、さけ.ぶ、しか.る
11 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2
サイ、セ、サ、シュツ、シュチ、カツ、カチ
おどろ.く、よ.ぶ、さけ.ぶ、しか.る