13 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 πνίγομαι από τον καπνό
  2. 02 ερεθίζω τη μύτη

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ショウ、ソウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ついば.む、むせ.る、つ.まる