13 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 πνίγω
  2. 02 ασφυκτιώ, πνίγω
  3. 03 κάνω εμετό, ξερνάω
  4. 04 γελάω δυνατά, γελάω με την καρδιά μου

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

オツ、ラツ、ラチ、アツ、エチ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

むせぶ、の.む