nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 姑
姑

8 πινελιές | Ρίζα: 女 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 πεθερά

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

コ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

しゅうとめ、しゅうと、おば、しばらく

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 姑息 δόλιος, ανέντιμος
  • 姑 πεθερά
  • 小姑 αδελφή του συζύγου
  • 嫁姑 νύφη και πεθερά (σχέση, σύγκρουση κ.λπ.)
  • 慈姑 κουάι (βρώσιμη ποικιλία της σαγιτάριας της τριφυλλοφόρου)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων