nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 截
截

14 πινελιές | Ρίζα: 戈 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 κόβω, αποκόπτω
  2. 02 αποκόπτω, διακόπτω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

セツ、サイ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

き.る、た.つ

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 直截 άμεσος, ειλικρινής, ευθύς, ξεκάθαρος
  • 截る κόβω (π.χ. ύφασμα)
  • 截断 κόψιμο, διαχωρισμός, τομή, ακρωτηριασμός, αποσύνδεση
  • 截然 ξεκάθαρος, διακριτός, ευδιάκριτος, χαρακτηριστικός
  • 簡明直截 απλός και ξεκάθαρος, ειλικρινής, άμεσος και χωρίς αμφισημία, ευθύς
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων