13 πινελιές | Ρίζα: 手 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 αρπάζω, καταλαμβάνω
  2. 02 επιτίθεμαι, ορμώ πάνω σε
  3. 03 χτυπώ, πλήττω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ハク

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

う.つ、と.る