13 πινελιές | Ρίζα: 手 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 αρπάζω, συλλαμβάνω, πιάνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

アク、セク、エツ、エチ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

とら.える