18 πινελιές | Ρίζα: 手 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ενοχλώ, διαταράσσω
  2. 02 προκαλώ σύγχυση, αναστατώνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ジョウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

みだ.れる、みだ.す、わずら.わしい