nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 晒
晒

Τάξη 9| 10 πινελιές | Ρίζα: 日 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 λευκαίνω
  2. 02 διυλίζω
  3. 03 εκθέτω
  4. 04 αερίζω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

サイ、シ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

さら.す、さらし

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 晒す εκθέτω (στον ήλιο, στο κοινό, σε κίνδυνο κ.λπ.)
  • 晒し者 έγκληματίας εκτεθειμένος σε δημόσια θέα, δημόσιος διασυρμός ή ταπείνωση, άτομο που διασύρεται μπροστά σε άλλους
  • 晒し λεύκανση, μούλιασμα
  • 晒し木綿 λευκασμένο βαμβακερό ύφασμα
  • 目を晒す καρφώνω το βλέμμα μου κάπου, κοιτάζω επίμονα, εξετάζω προσεκτικά (με τα μάτια)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων