11 πινελιές | Ρίζα: 田 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 συντομογραφία
  2. 02 παράλειψη
  3. 03 περίγραμμα, σκιαγράφηση
  4. 04 συντομεύω
  5. 05 αιχμαλωτίζω, συλλαμβάνω
  6. 06 λεηλατώ, λαφυραγωγώ

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

リャク

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ほぼ、おか.す、おさ.める、はかりごと、はか.る、はぶ.く