13 πινελιές | Ρίζα: 目 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ανοίγω τα μάτια
  2. 02 κοιτάζω επίμονα

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

セイ、ジョウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

めっき