nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 錮
錮

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 16 πινελιές | Ρίζα: 金 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 περιορισμός, εγκλεισμός
  2. 02 δένω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

コ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ふさ.ぐ

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 禁錮 φυλάκιση (χωρίς καταναγκαστική εργασία), εγκλεισμός, περιορισμός
  • 重禁錮 αυστηρή κάθειρξη, φυλάκιση με καταναγκαστικά έργα
  • 軽禁錮 ελαφρά φυλάκιση, εγκλεισμός χωρίς καταναγκαστική εργασία
  • 無期禁錮 ισόβια κάθειρξη χωρίς καταναγκαστική εργασία
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων