nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 雌
雌

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 14 πινελιές | Ρίζα: 隹 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 θηλυκός
  2. 02 θηλυκός

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

シ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

め-、めす、めん

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 雌 θηλυκό (ζώο, φυτό)
  • 雌雄 αρσενικό και θηλυκό (ζώα), τα δύο φύλα
  • 雌雄を決する ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς, δίνω την τελική αναμέτρηση (π.χ. σε μια διαμάχη)
  • 雌豚 θηλυκό γουρούνι, χοιρομητέρα
  • 雌伏 υπομένω καρτερικά (περιμένοντας την ευκαιρία), αναμένω την κατάλληλη στιγμή, υποτάσσομαι προσωρινά (για να αντεπιτεθώ αργότερα)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων