14 πινελιές | Ρίζα: 香 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 άρωμα, ευωδία
  2. 02 ευωδιαστός, αρωματικός

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ハツ、バチ、ヘツ、ヘチ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

にお.い、こうば.しい